• English
  • Ελληνικά
  • English
  • Ελληνικά

H Κίνα θα σώσει την Ελλάδα;

Τετ, 04/26/2017 - 17:25

Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας είναι αδιαμφισβήτητη. Τα προηγούμενα χρόνια το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της (Α.Ε.Π.) αυξάνονταν με τους ταχύτερους ρυθμούς διεθνώς (πάνω από 10% ετησίως). Δικαιολογημένα η Κίνα ανήκει στους BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) και στους G-20 (οι 20 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη). Βέβαια, τελευταία η οικονομία της παρουσιάζει σημάδια κόπωσης και οι ρυθμοί ανάπτυξης έχουν μειωθεί αισθητά. Η επέκταση της διεθνούς κρίσης χρέους, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι μακροοικονομικές ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών των ισχυρών οικονομιών πλήττουν και την Κίνα, η οποία κατέχει το μισό περίπου χρέος των Η.Π.Α., ενώ το εθνικό της νόμισμα (γουάν) παίζει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς συναλλαγματικές και εμπορικές συναλλαγές.

Πρόσφατα, γίνεται πολύς λόγος για τη δυνατότητα σύναψης στενότερων εμπορικών επαφών και στρατηγικών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και Κίνας, ως αντιστάθμισμα στις περιορισμένες άμεσες ξένες επενδύσεις που δρομολογούνται στη χώρα μας και ως έναν τρόπο επανεκκίνησης της χειμαζόμενης  οικονομίας μας. Οι προθέσεις μπορεί να κρίνονται θετικές. Άλλωστε Ελλάδα και Κίνα διατηρούν αρμονικές σχέσεις, κυρίως μετά την "απόβαση" των Κινέζων στο λιμάνι του Πειραιά, μέσω της COSCO. Μέχρι την ημέρα που γράφονταν αυτό το άρθρο τα αποτελέσματα της επένδυσης της κινεζικής COSCO στον Πειραιά υπήρξαν θετικά. Ακόμη και στον κλάδο του τουρισμού οι Κινέζοι επιλέγουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους ή κάποιο ελληνικό νησί για την τέλεση του γάμου τους, γεγονός που αποφέρει κέρδη για τους εμπλεκόμενους Έλληνες επιχειρηματίες και τόνωση της τουριστικής προβολής της Ελλάδας.        

Όμως, σύμφωνα με τη σοφή ρήση "ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη!". Με άλλα λόγια, απαιτείται άνοιγμα της οικονομικής διπλωματίας μας προς όσο το δυνατόν περισσότερα κράτη που διαθέτουν το επιχειρηματικό υπόβαθρο και τη θέληση να επενδύσουν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρω τις Η.Π.Α., τη Ρωσία, την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ινδία κ.ά. Ορισμένες από αυτές έχουν ήδη εκδηλώσει έμπρακτα την επιθυμία τους να συνδράμουν επενδυτικά σε διάφορα έργα στην Ελλάδα, ώστε και οι δημόσιες ή ιδιωτικές εταιρείες των χωρών αυτών να επωφεληθούν από άποψη κερδοφορίας, αλλά και η Ελλάδα να αποκομίσει οικονομικά οφέλη: πρώτον σε όρους αύξησης του Α.Ε.Π. και δεύτερον με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, που τις έχει τόσο πολύ ανάγκη.        

Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι εάν το επίσημο ελληνικό κράτος θα βοηθήσει προς την κατεύθυνση της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων που σαφώς θα συντελέσουν στην πολυπόθητη ανάπτυξη της οικονομίας. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, χρειάζεται η παροχή γενναίων επενδυτικών και φορολογικών κινήτρων στους ενδιαφερόμενους Έλληνες ή ξένους επενδυτές και συγκεκριμένα η μείωση της φορολογίας κατά 5% εώς 10% από το 29% που βρίσκεται σήμερα και λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδυτικές πρωτοβουλίες, όταν στις γειτονικές χώρες π.χ. Βουλγαρία, Τουρκία, Κύπρος δεν υπερβαίνουν το 15%. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Ιρλανδία σημείωσε 26.3% ανάπτυξη για το 2015 λόγω του χαμηλού συντελεστή εταιρικής φορολογίας (12.5%), που οδήγησε στην μετεγκατάσταση πολυεθνικών, κυρίως αμερικανικών επιχειρήσεων στην Ιρλανδία. Ένας σοβαρός επενδυτής δεν θα αναλάβει το επενδυτικό ρίσκο σε μια χώρα που το φορολογικό και θεσμικό της πλαίσιο προσφέρει περιορισμένες ευκαιρίες για επιχειρηματική δραστηριότητα.       

Ούτε η Κίνα ούτε κάποιο άλλο κράτος μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο, αν δεν διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, αν δεν προβούμε σε διαρθρωτικές αλλαγές, σοβαρές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας π.χ. μείωση των εργοδοτικών εισφορών τουλάχιστον κατά 5%, μέτρο που θα περιορίσει τη μαύρη, ανασφάλιστη εργασία και θα αυξήσει την απασχόληση, μειώνοντας παράλληλα το εργασιακό κόστος για τους εργοδότες. Επιπλέον, ας δρομολογηθεί επιτέλους το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και η χωρίς στρεβλώσεις απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας προς όφελος των καταναλωτών και των εμπλεκόμενων εταιρειών. Τα οφέλη του πλήρους ανταγωνισμού έχουν γίνει αποδεκτά ακόμη και από τους πολέμιούς του με πρωταρχικό παράδειγμα τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα. Ας αξιοποιήσουμε αποδοτικότερα με στρατηγικό σχεδιασμό τα ανταγωνιστικά και συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, π.χ. στους κλάδους του τουρισμού, της κρουαζιέρας και της ναυτιλίας, προτάσσοντας την κατασκευή τουριστικών υποδομών όπως μαρίνων, υδατοδρομίων, καταδυτικών και χιονοδρομικών κέντρων, γηπέδων γκολφ κ.ά., προωθώντας το θεματικό και εναλλακτικό τουρισμό και επιμηκύνοντας την τουριστική περίοδο. Επιπρόσθετα, χρειάζεται να δοθούν κίνητρα για να αναζωογονηθεί το ναυπηγικό και επισκευαστικό έργο αρχικά των ναυπηγείων του Σκαραμαγκά, της Ελευσίνας και κατόπιν άλλων ναυπηγείων όπως π.χ. το Νεώριο Σύρου, αναλαμβάνοντας παραγγελίες από Έλληνες και ξένους πλοιοκτήτες.
Τέλος, υπογραμμίζω πως, αν δε δραστηριοποιηθεί εντατικά η οικονομική μας διπλωματία διανοίγοντας νέους εμπορικούς και επιχειρηματικούς διαύλους επικοινωνίας και συντελώντας αποφασιστικά στην υπογραφή στρατηγικών συμφωνιών με κράτη και πολυεθνικές εταιρίες και αν δεν συνοδεύονται τα επίσημα ταξίδια του Έλληνα Πρωθυπουργού από αναγνωρισμένους Έλληνες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε αντιπροσωπευτικούς και δυναμικούς κλάδους της οικονομίας με στόχο την υπογραφή διμερών, πολυεπίπεδων επιχειρηματικών και επενδυτικών συνεργασιών, τότε είναι πολύ δύσκολο η στροφή προς την Κίνα ή οποιαδήποτε άλλη μεγάλη οικονομική δύναμη να βοηθήσει την Ελλάδα, ώστε να απαγκιστρωθεί από τη στενωπό της οικονομικής κρίσης την οποία αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια.

Γιώργος Κωνσταντινίδης, οικονομολόγος, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, συγγραφέας του βιβλίου “Συσσώρευση Κεφαλαίου και Παγκοσμιοποίηση στην Τουρκία Διαχρονικά”, εκδόσεις Παπαζήση, 2009.

 

«Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΗΧΩ»